Εμπόριο Γυναικών

Το ‘Aρθρο 3(α) του Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διασυνοριακού Οργανωμένου Εγκλήματος για την Πρόληψη, Καταστολή και Τιμωρία της Εμπορίας Ανθρώπων, ιδιαίτερα των γυναικών και ανηλίκων ορίζει ότι η εμπορία προσώπων ως τη “στρατολόγηση, μεταφορά, μετακίνηση, παροχή καταλύματος ή η υποδοχή προσώπων, με την απειλή ή χρήση βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, με απαγωγή, εξαπάτηση, παραπλάνηση, κατάχρηση εξουσίας ή ευάλωτης θέσης ή με παροχή ή αποδοχή χρημάτων ή ωφελημάτων για να επιτευχθεί η συγκατάθεση προσώπου που έχει την επιμέλεια άλλου προσώπου, με σκοπό την εκμετάλλευση. Η εκμετάλλευση περιλαμβάνει, τουλάχιστον την εκμετάλλευση της πορνείας άλλων ή άλλες μορφές γενετήσιας εκμετάλλευσης, την αναγκαστική εργασία ή παροχή υπηρεσιών, τη δουλεία ή πρακτικές παρόμοιες με τη δουλεία, την υποτέλεια ή την αφαίρεση οργάνων.”

To Άρθρο 2 προνοεί ότι οι σκοποί του Πρωτοκόλλου είναι “η πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων με ιδιαίτερη προσοχή στις γυναίκες και τα παιδιά, η προστασία και η αρωγή προς τα θύματα της εμπορίας αυτής, με πλήρη σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματά τους και η προαγωγή της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μερών για την εκπλήρωση των σκοπών αυτών.”

Το Άρθρο 6 περιγράφει την βοήθεια και τα μέτρα προστασίας που πρέπει να παρέχονται στα θύματα. Αυτά περιλαμβάνουν το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, την ενημέρωση των σχετικών δικαστικών διαδικασιών, την σωματική, ψυχολογική και κοινωνική αποκατάσταση καθώς και την προστασία των μαρτύρων. Οι διατάξεις διατυπώνονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η αντιμετώπιση των θυμάτων εμπορίας στα πλαίσια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανεξαρτήτως καταγωγής, φυλής, θρησκείας, επαγγέλματος ή άλλων χαρακτηριστικών. Αυτό το πρωτόκολλο αποτελεί την πρώτη συντονισμένη προσπάθεια για την ενσωμάτωση της αρχής της προστασίας των θυμάτων στην εθνική νομοθεσία.

Σε περιφερειακό επίπεδο, το ‘Αρθρο 4(α) του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση κατά της Εμπορίας Ανθρώπων 2005 ενσωματώνει τον ίδιο ορισμό της εμπορίας ανθρώπων, όπως το πιο πάνω έγγραφο του ΟΗΕ.

Το Άρθρο 6 της Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των γυναικών υπογραμμίζει ότι τα κράτη έχουν την υποχρέωση να «λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της νομοθεσίας, για την καταστολή όλων των μορφών εμπορίας γυναικών.»

Στη Γενική Σύσταση Αριθμός 19, η Επιτροπή CEDAW, συνιστά στα συμβαλλόμενα κράτη μια σειρά μέτρων που είναι σημαντικά για την προστασία των γυναικών θυμάτων εμπορίας όπως η καθιέρωση των υπηρεσιών υποστήριξης συμπεριλαμβανομένων της παροχής στέγης, την παρουσία ειδικά καταρτισμένων εργαζομένων στην υγεία, την αποκατάσταση και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών.

Επίσης, σύμφωνα με το εθιμικό διεθνές δίκαιο, τα κράτη είναι υποχρεωμένα να παρέχουν επαρκή υποστήριξη στα θύματα των εγκλημάτων. Σύμφωνα με τη Διακήρυξη των ΟΗΕ για τις Βασικές Αρχές Δικαιοσύνης για τα Θύματα της Εγκληματικότητας και της Κατάχρησης Εξουσίας «τα θύματα πρέπει να λάβουν την απαραίτητη υλική, ιατρική, ψυχολογική και κοινωνική βοήθεια μέσω κυβερνητικών και εθελοντικών οργανώσεων. Τα θύματα θα πρέπει να να πληροφορούνται για τη διαθεσιμότητα των ιατροφαρμακευτικών και κοινωνικών υπηρεσιών και άλλων συναφών κλάδων βοήθειας και να τους παρέχεται άμεση πρόσβαση σε αυτά.» Σύμφωνα με την πιο πάνω διακήρυξη, ένα άτομο μπορεί να θεωρηθεί ως θύμα, ανεξάρτητα από το αν ο δράστης έχει εντοπιστεί, συλληφθεί ή καταδικαστεί. Σύμφωνα με τις διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές, η εξασφάλιση επαρκούς στήριξης του θύματος δεν πρέπει να εξαρτάται από την αναγνώριση ή τη δίωξη του δράστη. Αυτό δείχνει ότι τα θύματα θα πρέπει να λαμβάνουν βοήθεια λόγω της ιδιότητάς τους ως θύματα και όχι μόνο ως ανταμοιβή για τη συμβολή τους στη δίωξη των δραστών.